Interview von Dionysis Savvopoulos

Der berühmte griechische Komponist Dionysis Savvopoulos gab der Deutschen Schule Athen ein Interview in griechischer Sprache.

“Η τέχνη λειτουργεί ιαματικά. Σου επιτρέπει να επιτύχεις επικοινωνία.”

“Η ζωή και η τέχνη είναι όπως ένας κορμός δέντρου. Μέσα στον κορμό υπάρχει ένα κανάλι, από τη ρίζα μέχρι επάνω, που μέσα από 'κει έρχονται οι χυμοί για να θρέψουν το δέντρο. Ο κορμός αυτός είναι η ζωή, το κανάλι μέσα είναι η δημιουργία και η τέχνη. Αν δεν υπήρχε αυτό το κανάλι, ο κορμός που είναι η ζωή, θα κατέπιπτε, θα ξεραινόταν. Αλλά κι αν δεν υπήρχε ο κορμός το κανάλι δεν θα είχε κανένα νόημα. Είναι απαραίτητο το ένα με το άλλο.”

Λόγω της επικείμενης εκδήλωσης προς τιμήν του Διονύση Σαββόπουλου, η οποία θα πραγματοποιηθεί 10 Δεκεμβρίου στο σχολείο, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον καλλιτέχνη από κοντά για μια συνέντευξη. Αν και πολλοί μαθητές εκδήλωσαν ενδιαφέρον για συμμετοχή, η μοναδική αυτή δυνατότητα δόθηκε μόνο σε τέσσερις. Οι μαθητές, Σοφία Γιαννίκου, Γεωργία Μπαχτή, Δημήτρης Μαρμαροτούρης, Κωνσταντίνος Λύγουρης, είχαν την τιμή να επισκεφτούν το μύθο αυτό της ελληνικής μουσικής σκηνής στο γραφείο του και να συζητήσουν μαζί του.

Μια εμπειρία από τα παιδικά σας χρόνια, που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας.

Δυστυχώς ή ευτυχώς ήμουν συναισθηματικά ανεπτυγμένος από πολύ μικρός. Από την πρώτη μέρα του σχολείου, έβλεπα τα άλλα παιδάκια που τα είχαν φέρει οι μαμάδες τους να κλαίνε. Ένα μάλιστα από αυτά που σπάραξε , η Bασούλα έμαθα μετά το όνομα της, ήταν πανέμορφο, μελαχρινό. Είχαν κοκκινίσει και τα μαγουλάκια της. Το ερωτεύτηκα με την πρώτη. Όταν τελείωσε το μάθημα, αντί να πάω προς το σπίτι μου, ακολούθησα αυτό το κοριτσάκι με τις φίλες του σε άλλη κατεύθυνση. Με πήραν μυρωδιά και μου πέταξαν πέτρες για να φύγω. Πολύ σκληρό το γυναικείο φύλο!! Διαπίστωσα τότε ότι χάθηκα. Έκανα ώρα πολλή για να γυρίσω στην γειτονιά μου. Κάποια στιγμή τα κατάφερα. Αλλά τότε με κατέλαβε μια άλλη ανησυχία. Είχα αργήσει πολύ. Θα με μάλωνε η μαμά μου. Τέλος πάντων, έφτασα στο σπίτι. Αλλά αντί να με μαλώσει, αδιάφορη ρώτησε πώς πήγε το σχολείο. “Καλά” της είπα, “κάτσε να φας” μου λέει. Ήταν μια απογοήτευση. Θα προτιμούσα να με μάλωνε. Κάτι να έλεγε που έλειψα, που άργησα τόσο πολύ. Αλλά διαπίστωσα εκείνη την πρώτη μέρα του σχολείου, τι σκληρό που είναι το γυναικείο φύλο. Έφαγα απόρριψη δύο φορές. Μια απ' την συμμαθήτριά μου και μία απ' τη μαμά. Τα ίδια, όμως, μου συνέβαιναν και όταν τελείωνα το λύκειο. Θυμάμαι τις τελευταίες διακοπές των Χριστουγέννων. Το 62. Πρώτη μέρα των διακοπών των Χριστουγέννων, πήγαμε όλοι μαζί να δούμε το West Side Story, στη Θεσσαλονίκη. Και μάλιστα τα έφτιαξα μ' αυτήν την ανεπρόκοπη τη Συννεφούλα. Μου χάρισε μάλιστα και έναν σκαραβαίο-δαχτυλίδι στη διάρκεια της προβολής. Εγώ πετούσα απ' τη χαρά μου και επιπλέον, τι ωραία τα είχε φέρει η συγκυρία: Το είχε στρώσει και βγήκαμε έξω σε μια χιονισμένη Θεσσαλονίκη! Ευτυχία! Απ' τις καλύτερες αναμνήσεις μου ως τελειόφοιτου. Ε, μετά δεν αποδείχτηκε αυτή πολύ πιστή, μου ζήτησε πίσω τον σκαραβαίο, τί να κάνουμε; Υπάρχει μια σκληρότις στα κορίτσια. Η πρώτη μέρα και η τελευταία του σχολείου μου το δίδαξαν.

Έχετε μια ικανότητα στο να αφηγείσθε ιστορίες;

Τώρα που έχω εγγόνια έχω εκπαιδευτεί και έχω γίνει πολύ καλός στη διήγηση. Όταν διηγείσαι μια ιστορία σε έναν άνθρωπο και μάλιστα σε ένα μικρό παιδί, αναπτύσσεται μια σχέση ανάμεσα στον αφηγητή και στον ακροατή, η οποία είναι μοναδική. Τουλάχιστον εγώ με τα εγγόνια μου δεν πετυχαίνω πουθενά καλύτερη επικοινωνία παρά τη στιγμή μιας αφήγησης. Κοιτάξτε, και η τέχνη είναι μια αφήγηση. Σε ένα κινηματογραφικό έργο, αυτά που βλέπεις είναι σημεία και τέρατα, είναι απίστευτα πράγματα. Δεν είναι ρεαλιστικά. Όμως, καθώς προχωράει το έργο, αίρονται οι επιφυλάξεις της λογικής και αφηνόμαστε στη διήγηση, στο ξετύλιγμα μιας ιστορίας. Και γινόμαστε πάλι παιδιά. Πολύ συγκινητικό. Και μ' αρέσει να ακούω ιστορίες και να τις διηγούμαι. Μεγάλωσα μένοντας με το στόμα ανοιχτό μπροστά σε κινηματογραφικά έργα, θεατρικές παραστάσεις, σε συναυλίες. Αυτά τα πράγματα με κάνανε χαζό. Αλάφραινα. Μάλιστα όταν τελείωνε το έργο, αληθινή ζωή μου φαινόταν αυτή που είδα στο έργο, ενώ προσγειωνόμουν απότομα όταν έβγαινα στο πεζοδρόμιο.

Για την πραγματική ζωή σας, τώρα, όχι για την τέχνη. Αρχικά σπουδάσατε Νομική. Πώς την εγκαταλείψατε, γιατί έγινε αυτό;

Δεν μου άρεσε. Όταν τελείωνα το εξατάξιο, το σημερινό Λύκειο, ενώ αγαπούσα τη μουσική δεν ήμουν σίγουρος, για το τι έπρεπε να κάνω. Δηλαδή, λάβετε το υπ όψιν σας εσείς τα νεώτερα παιδιά, είναι φυσιολογικό να μην ξέρετε τι θέλετε να κάνετε τελειώνοντας το λύκειο. Δεν υπάρχει λόγος να σας πιάνει αγωνία. Εγώ που απεδείχθη ότι καλώς ακολούθησα αυτό που ακολούθησα, δεν ήμουνα σίγουρος γι' αυτό όταν ήμουν 17. Ήμουνα καλός στα γράμματα, κλασσικό σχολείο τελείωσα, δεν χρειάστηκα καν φροντιστήριο, έδωσα εξετάσεις μαζί με πολλούς άλλους συμμαθητές μου και μπήκα στα Νομικά. Πήγα εκεί πέρα ένα χρόνο και μάλιστα έδωσα εξετάσεις και πέρασα και στο δεύτερο έτος, αλλά στην διάρκεια αυτού του έτους σιγουρεύτηκα για το τί θέλω. Και είπα όχι θέλω να ακολουθήσω τη μουσική. Ο καημένος ο μακαρίτης ο πατέρας μου στενοχωρήθηκε πάρα πολύ. Και εκ των υστέρων τον δικαιολογώ. Σου λέει, το παιδί σου που είναι στα Νομικά, το αφήνεις να κάνει μουσική; Να φύγει στην Αθήνα να κάνει τί δηλαδή. Τσακωθήκαμε με τον μακαρίτη. Αλλά και εγώ δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ήταν μεγάλη η ανάγκη μου να ακολουθήσω αυτό το οποίο ακολούθησα. Παράτησα τις σπουδές και τους φίλους μου, τσακώθηκα με τον καημένο το γέρο και κατέβηκα στην Αθήνα. Έκανα πάρα πολλές δουλειές για να επιβιώσω. Έκανα μεροκάματο και σαν γκαρσόνι. Το πιο αστείο επάγγελμα που έκανα ήταν γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών. Κάποια στιγμή με το Μάνο το Λοΐζο και τη Μαρία Φαραντούρη βγάζαμε μεροκάματο παίζοντας τραγούδια σε ένα μπαρ που ήταν στο Κολωνάκι στην οδό Ξάνθου. Είναι παπουτσάδικο τώρα. Το μπαρ το είχε ο Γιώργος ο Κούνδουρος. Και εκεί αρχίσαμε να παίζουμε. Ήρθε ο Αλέκος ο Πατσιφάς που είχε τη Λύρα. Ο Νίκος ο Μαμαγκάκης επέμεινε να γυρίσω δίσκο στον Πατσιφά. Και εκεί έκανα το πρώτο μου δισκάκι το Μάρτιο του 65. Μετά τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.

Ζήσατε σε μια εποχή ταραγμένη και στα πολιτικά δρώμενα. Πώς βιώσατε αυτές τις μεγάλες αλλαγές κοινωνικά και πολιτικά; Πώς διαμορφώσατε πολιτική συνείδηση;

Μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Η Ελλάδα βρισκόταν σε μια ανώμαλη κατάσταση πολιτικά. Διότι η νικήτρια παράταξη του Εμφυλίου, ο οποίος είχε προηγηθεί και τελειώσει γύρω στο ‘50 πια, ήθελε να εισπράξει τη νίκη της. Και έτσι δημιουργήθηκε μια κοινωνία, όπου ο μισός και πλέον κόσμος ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, κάτι που αποτελούσε μεγάλη ανωμαλία. Δεν μπορούσες να βγάλεις ούτε άδεια αυτοκινήτου εάν δεν είχες πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Ο μακαρίτης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, επιθυμούσε τον εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό της χώρας. Πώς θα γινόταν αυτό με τον μισό κόσμο στο περιθώριο; Μπροστά σ' αυτήν την ανώμαλη κατάσταση, τόσο εγώ όσο και οι φίλοι μου, χωρίς να είμαστε μαρξιστές συμμαχήσαμε με τις δυνάμεις της τότε αριστεράς, ώστε να επιταχύνουμε τις εξελίξεις προς τον εκδημοκρατισμό. Στα χρόνια που ακολούθησαν, εξαιτίας λαθών που έγιναν στο επίπεδο της κορυφής, βρεθήκαμε να έχουμε δικτατορία. Δηλαδή η ανωμαλία συνεχιζόταν επιδεινούμενη. Και όταν πια τελείωσε η δικτατορία ήρθε στην επιφάνεια ένας κόσμος, καταπιεσμένος όχι μόνον από την χούντα, αλλά και από τα χρόνια που προηγήθηκαν. Και δυστυχώς τον κόσμο αυτό δεν μπόρεσε το πολιτικό μας σύστημα, έτσι όπως στήθηκε, να του δώσει μια παραγωγική προοπτική, μια δημιουργική δίοδο. Και η μόνη δυνατότητα που του έδωσε ήταν να γίνουν όλοι δημόσιοι υπάλληλοι. Παρήχθη σιγά-σιγά μια κοινωνία της αυθάδειας, μια κοινωνία σαν πρωινάδικο, σαν μεσημεριανάδικο. Και είτε το 'παιζε ελαφρύς ο άνθρωπος, είτε προβληματισμένος, δεν είχε διαφορά. Γιατί και ο προβληματισμένος νόμιζε ότι όλος αυτός ο καταναλωτισμός, (ο οποίος ήταν απ' τα δανεικά, δεν ήταν απ' την οικονομία) νόμιζε ότι είναι απ' τους αγώνες, που έκανε. Αυτό που δεν έγινε στην Ελλάδα, είναι ότι αυτός ο κόσμος που ήταν δευτέρας κατηγορίας και που εν συνεχεία ήρθε στην επιφάνεια και καλώς ήρθε (και μπράβο του Ανδρέα Παπανδρέου που τον έφερε στην επιφάνεια αυτόν τον κόσμο) δεν μπόρεσε, δεν του δόθηκε, μια παραγωγική καθοδήγηση στον κόσμο. Δεν μπορείς εσύ μόνος σου να αντισταθείς σε ένα κυρίαρχο ρεύμα που εκπορεύεται από το κατεστημένο και το ακολουθούν όλοι. Η ευθύνη ανήκει πάντα σε αυτόν που ενώ είχε την δυνατότητα της πρόβλεψης, δεν το 'κανε. Είτε επειδή ήταν επιπόλαιος είτε από ιδιοτέλεια. Μετέτρεψαν αυτόν το κόσμο που ανέβηκε στην επιφάνεια σε πελάτες, σε εκλογική πελατεία.

Για να έρθουμε στην σημερινή πραγματικότητα. Σήμερα, στην κατάσταση που ζούμε, όλοι θέλουν να μάθουν την αλήθεια, όλοι θέλουν να τους πούνε τι πραγματικά συμβαίνει. Μήπως, όμως, απλά θέλουν έναν άγγελο-εξάγγελο;

Θα ήταν πολύ κακό να περιμένει ο κόσμος είτε έναν ήρωα, είτε έναν που θα του χαϊδεύει τα αυτιά. Πρέπει να κάνουμε ο καθένας την αυτοκριτική του. Να έχουμε μεθόδους αλληλεγγύης και συμπαράστασης του ενός προς τον άλλο. Αυτός που βγάζει πάνω από 50 και 60 χιλιάδες ευρώ το χρόνο, ας δώσει το ένα δέκατο των εισοδημάτων του σε μια απ’ τις χιλιάδες οικογένειες, όπου κανένας από τους δύο δεν δουλεύει. Να την ξέρει προσωπικά όμως την οικογένεια, να την νοιάζεται. Οι πολίτες να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε αναπτυξιακά χωρίς να περιμένουμε από το κράτος. Να ετοιμάσουμε σχέδια δηλαδή τα οποία θα μπορούσε να βοηθηθεί κόσμος που δεν έχει τίποτα. Υπάρχουνε πράγματα στην επαρχεία. Πρέπει να τα βάλουμε μπρος. Τέτοια πράγματα πιστεύω ότι θα γίνουν.

Να πάρει δηλαδή ο λαός την εξουσία στα χέρια του;

Να πάρει ο λαός την εξουσία στα χέρια του; Γιατί όχι; Μόνο που πρέπει να ξέρουμε ότι επειδή μια κοινωνική έκρηξη είναι ικανή να γκρεμίσει αυτό το κράτος αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι ικανή να χτίσει και κάτι. Αυτό μέχρι να το βρει μπορεί να περάσει μια ταλαιπωρία πενήντα ετών. Γι' αυτό πρέπει όσο μπορούμε να βρίσκουμε τρόπους θετικής παρέμβασης, και γρήγορα μάλιστα. Γιατί διαφορετικά αν δεν τους βρούμε θα είναι σίγουρο ότι θα έχουμε κοινωνική έκρηξη.

Αν ήσασταν στη δική μας ηλικία, πώς θα αντιδρούσατε, όσον αφορά στα πολιτικά δρώμενα;

Θα το πάλευα βέβαια κάνα χρόνο δύο, κι αν έβλεπα ότι δεν γίνεται τίποτα, θα έφευγα στο εξωτερικό. Όπως ήδη κάνουν. Μα τι; Να κάτσω να μαραζώσω το παιδί; Θα φύγει κόσμος στο εξωτερικό. Θα ανοίξει αυτή η πληγή, θα το υποστούμε αυτό το πράγμα. Μετά από κάποια χρόνια πια, πολλά από τα παιδιά που πρόκοψαν στο εξωτερικό θα συναντηθούν με τα παιδιά που άντεξαν εδώ και τότε θα γυρίσει σελίδα η ελληνική ιστορία. Έχει ξαναγίνει στο παρελθόν πολλές φορές. Έτσι κάναν το 1821, έτσι στον εμφύλιο, έτσι στην δεκαετία το 50, έτσι στην δικτατορία.

Κάποτε η Συννεφούλα συνδέθηκε με την ελευθερία. Σήμερα, πού εντοπίζουμε τη Συννεφούλα και τι χάρη θα της ζητούσατε;

Να ‘ναι πάντα ελεύθερη, ν’ ανάβει μέσα μας την μικρή παραγωγική φλόγα.

Τι σημαίνουν για εσάς η μουσική και τα τραγούδια; Ποιους διαφορετικούς κόσμους ανακαλύψατε;

Αισθανόμουν τη χαρά, ότι γράφοντας αυτά τα τραγούδια θα μπορέσω να μοιραστώ τον εαυτό μου, να γίνω καλύτερος άνθρωπος, να καταλάβω καλύτερα τον εαυτό μου. Και, ξέρεις αν καταλάβεις καλύτερα τον εαυτό σου, τότε μπορείς να ανταποκριθείς και συ με αγάπη όταν αγαπιέσαι. Να ξέρετε ότι οι πιο δύσκολοι και οι πιο ωραία σχέση στη ζωή μας, είναι η σχέση με τον εαυτό μας. Λοιπόν, η τέχνη λειτουργεί ιαματικά. Και γι' αυτόν που γράφει και γι' αυτόν που ακούει. Φωτίζει πράγματα που είναι σκοτεινά, φέρνει στην επιφάνεια πράγματα που είναι καταχωνιασμένα και σου επιτρέπει πια να μοιραστής αληθινά τον εαυτό σου με τους άλλους. Σου επιτρέπει να επιτύχεις επικοινωνία.

Πιστεύετε ότι έχει αλλάξει δραματικά η ελληνική μουσική σκηνή και αν ναι, πού οφείλεται αυτό;

Έχει αλλάξει βέβαια. Μόνο οι νεκροί και τα ντουβάρια δεν αλλάζουν. Τα ζωντανά πράγματα, (και η μουσική είναι ένα ζωντανό πράγμα), αλλάζουν. Και το τραγούδι είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Θα πέσει, θα σηκωθεί, θα αρρωστήσει, θα γιάνει. Υψηλές στιγμές δεν έχουμε τώρα. Έχουμε όμως πάντοτε ωραία πράγματα. Δηλαδή εγώ πριν προλάβω να ευχαριστηθώ τους νεότερούς μου, το Μάλαμα, το Δεληβοριά, βλέπω ακόμα πιο νέους, το Μουζουράκη, την Καρακώστα, το Μαραβέγια, τον Μπαλάφα. Στο τραγούδι το θέμα δεν είναι να κάνεις σουξέ, αλλά να έχεις τραγούδια τα οποία βγαίνουν από μέσα σου, χωρίς στερεότυπα. Να μην είναι δηλαδή, αποτέλεσμα μιας λυσσασμένης εξωστρέφειας. Αυτό περίμενα πάντα από το τραγούδι. Και απ' την άποψη αυτή είμαι ευχαριστημένος από τα νεώτερα παιδιά. Ένα μόνο παράπονο έχω. Το ελληνικό τραγούδι έδινε πάντοτε το παράδειγμα μιας σύνθεσης που αφορούσε και στην ζωή μας, όχι μόνο στην τέχνη. Πέτυχε ένα κράμα ανατολής και δύσης. Όταν άκουγες, δηλαδή, τα κομμάτια μου, αισθανόσουν, ότι είσαι μοντέρνος άνθρωπος χωρίς να έχεις χάσει την ψυχή σου, γιατί υπήρχε ένας συνδυασμός του τι ακουγότανε διεθνώς και ταυτόχρονα αυτό μπολιάζονταν με μια μουσική που είναι του τόπου, εγχώρια. Φυσικά πολύ καλύτερα από μένα αυτή τη σύνθεση ανατολής και δύσης πέτυχαν ο Χατζιδάκις, ο Τσιτσάνης και άλλοι. Λοιπόν, αυτό που πέτυχε το ελληνικό τραγούδι, δεν το πέτυχαν ακόμη οι Έλληνες πολιτικοί.

Το '76 αρνείστε βραβείο για την μουσική σας στην ταινία “Happy Day“ του Παντελή Βούλγαρη. Γιατί δεν δεχθήκατε μια τιμητική διάκριση;

Κοιτάξτε, δε μου αρέσουν τα βραβεία και μάλιστα του Φεστιβάλ του Ελληνικού Κινηματογράφου, διότι κυρίως εκείνα τα χρόνια, οι περισσότεροι ‘φτιάχναν ταινίες με τα λεφτά του δημοσίου που δεν τις έβλεπε κανένας. Δουλεύανε μόνο και μόνο για να παιχτεί στο Φεστιβάλ και να πάρει το βραβείο. Έτσι και αλλιώς δεν μου άρεσε αυτή η ιστορία. Και προσθέστε  ότι ήμουν νέος και ότι γενικά οι εκφράσεις μου ήταν πολύ πιο αυθόρμητες και πολύ πιο ρηξικέλευθες. Δηλαδή, αυτή η άρνηση του βραβείου από τη μία μεριά έχει την ομορφιά ότι ένας νέος αρνείται την βράβευση, από την άλλη έχει ένα ελάττωμα. Δημιουργείται περισσότερος ντόρος απ' ότι χρειάζεται. Η γνώμη μου τώρα αν με ρωτούσατε, θα ήταν πως είναι προτιμότερο να πεις και ένα ευχαριστώ παρά να πεις ένα όχι που δημιουργεί θόρυβο ο οποίος λειτουργεί διαφημιστικά υπέρ του αρνούμενου. Αλλά τότε σκέφτηκα αλλιώς. Σιγά μην πάρω το βραβείο σ' αυτό το ασυνάρτητο φεστιβάλ.

Θεωρούσατε τότε ότι η μουσική και γενικά η τέχνη δεν πρέπει να μπαίνουν σε καλούπια αξιολόγησης;

Ναι, δεν πρέπει να μπαίνει σε καλούπια. Κοιτάξτε, ο καλλιτέχνης κατά βάθος δεν θέλει ούτε να τον γλείφεις ούτε να τον φτύνεις. Θέλει μια σοβαρότητα. Μια έγνοια, δηλαδή, για το τι έφτιαξε. Αυτό γυρεύει. Αλλά τα βραβεία έχουν περισσότερο μια σημασία δημοσίων σχέσεων. Τα βραβεία μου δημιουργούν μια αμηχανία και τώρα. Απλώς τώρα θα ήμουν λίγο πιο ευγενικός. Ήταν μια Μελίνα Μερκούρη στην επιτροπή, ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης.

Ας πάμε πίσω τώρα, όταν σας είχε ζητηθεί κάποτε από τον Κάρολο Κουν να συνθέσετε μουσική για την παράσταση “Αχαρνής”. Η μουσική και οι στίχοι σας, όμως, δεν συμπεριλήφθηκαν στην παράσταση, αλλά έγιναν μεγάλη επιτυχία εκτός θεατρικής σκηνής.

Όταν μου είπε ο Κουν να το κάνω, πέταξα απ' την χαρά μου. Τον θαύμαζα πάρα πολύ, ήταν σπουδαίος. Και μάλιστα επειδή η μετάφραση δεν ήταν ακόμα έτοιμη, πήρα το πρωτότυπο της Οξφόρδης, γιατί το αυθεντικό βρίσκεται πάντα στην Οξφόρδη. (Άλλη ειρωνεία και αυτή. Δηλαδή άμα θέλεις να μάθεις καλά κλασσικά, θα πας στη Γερμανία και στην Αγγλία. Πολλές φορές τα βάζουμε με την Ευρώπη. Σε τι μας εμπόδισε η Ευρώπη στον να έχουμε εμείς πανεπιστήμιο καλό;) Όταν το πήρα λοιπόν, άρχισα να μεταφράζω (είμαι καλούτσικος στα αρχαία) και να τραγουδάω τα χορικά. “Και τί θα γίνει”, λέει ο Κουν. “Ο μεταφραστής ετοίμασε τη μετάφραση”. Εγώ δεν ήξερα τότε ότι για να γράψω μουσική πρέπει να γράφω και τα λόγια. Έτσι ήμουν. Δεν το 'ξερα. Λέω ναι, να συνεργαστούμε με το μεταφραστή. Και δεν ήταν καλή η συνεργασία με το μεταφραστή και είπα ότι πάω να πάρω τσιγάρα και έφυγα, δεν ξαναγύρισα.

Πιστεύετε στην αγάπη;

Ναι. Είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στους ανθρώπους. Η μουσική είναι μια μεγάλη μου αγάπη. Αλλά  η αγάπη είναι η μεγαλύτερη. Όταν κάποιος μου εκδηλώσει την αγάπη του, αισθάνομαι κάτι σαν αυτό που αισθανόμαστε όταν τελειώνει ένα υπέροχο μουσικό κομμάτι. Νιώθεις μέσα σου ευγενέστερος. Σαν να έχουν χωνέψει οι κακίες. Να σε αναγνωρίζει ο άλλος. Όχι να σε αποδέχεται απλώς. Μπορεί να σε αποδεχθεί. Να πει, καλός κακός, 'ντάξει αυτός είναι, δεν φέρνουμε αντίρρηση. Η αναγνώριση είναι κάτι βαθύτερο. Ανεξάρτητα απ' ό, τι κάνεις και τί μετράς, εσένα σαν άνθρωπο να σε αναγνωρίζουν ισότιμα.

Με ποιον καλλιτέχνη που δεν έχετε συνεργαστεί θα θέλατε να συνεργαστείτε ή θα θέλατε να είχατε συνεργαστεί;

Υπάρχουν κάποιοι που θα ήθελα να συνεργαστώ. Ένας είναι η Χαρούλα Αλεξίου, ο άλλος είναι ο Μητροπάνος. Κυρίως μ' αυτούς τους δυο. Μ' αρέσει και ο Κουρκούλης κι ο Βέρτης.

Ένα μήνυμα που θα θέλατε να μεταφέρετε στα παιδιά;

Να αγαπούν τη μαμά τους και την πατρίδα τους.

Η πατρίδα πρέπει να 'ναι απαγορευμένη λέξη;

Δεν πρέπει. Είναι μια αγαπημένη χώρα με πολύ μεγάλη πνευματικότητα και με τρομερά ζωντανούς και αξιόλογους ανθρώπους. Αυτές οι δυσκολίες που έρχονται τώρα μπορεί να έχουν και ένα καλό. Να καταλάβουμε την αξία των ανθρώπων, να ‘ρθούμε πιο κοντά. Στα χρόνια του 50 ή του 60, μας λείπανε πάρα πολλά και δεν μας έλειπε τίποτα. Και μετά ήρθανε χρόνια άλλα που τα 'χαμε όλα και δεν είχαμε τίποτα. Οι άνθρωποι έχουν σημασία και όχι τι αυτοκίνητο έχουνε. Αυτό ισχύει για όλα τα παιδιά: και τα μικρά και τα μεγάλα.